Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

¨Εφυγε ο φίλος μου ο Ηλίας θα τον θυμάμαι πάντα


Έφυγε από κοντά μας ο Ηλίας σήμερα, αγαπητός μου παιδικός φίλος, ο χιουμορίστας, η παιδική ψυχή, ο καλός άνθρωπος.
Γνωριζόμαστε από μικρά παιδιά, κάναμε παρέα τα καλοκαίρια όταν ανέβαινα στο χωριό.
Πάντα με το γέλιο ο Ηλίας.
Έτσι θέλω να τον θυμάμαι να γελάει να κάνει καλαμπούρια και φάρσες.
Πέρασε πολλά, έκανε πολλές δουλιές, δούλεψε στην Αθήνα σε κρεοπωλείο, πουλούσε στραγάλια με καρότσι στους δρόμους, πήγε σε σχολή και δούλευε σαν ηλεκτρολόγος, μέχρι και ένα μικρό κυλικείο έκανε στα Τρίκαλα.
Πάντα όμως το καλοκαίρι ερχόταν στην Μεσοχώρα να βρεί τους φίλους και να διασκεδάσει, με κέντρο τότε το καφενείο του Παναγιώτη Παπαχαράλαμπου, ο οποίος του είχε μεγάλη αδυναμία του έβγαλε δε και το παρατσούκλι "φλώκος", μάλιστα ένα διάστημα έτσι τον φωνάζαμε όλοι.
Ήταν μεγάλος πλακατζής και φαρσέρ ο Ηλίας.
Θα σας διηγηθώ μια φάρσα, που οργάνωσε.
Εκείνο το καλοκαίρι σχεδόν κάθε βράδυ στις 11 κοβόταν το ρεύμα από την ΔΕΗ, απόλυτο σκοτάδι έπεφτε στο χωριό.
Ο Ηλίας με τους αδελφούς Παπαθύμιου τον Δημήτρη και τον Παναγιώτη αποφάσισαν να κάνουν φάρσα στον Βαγγέλη Γεροβασίλη τον θείο του Ηλία.
Ο Βαγγέλης φοβόταν το σκοτάδι και ειδικά το σημείο μπροστα στην γυφτόβρυση που τα δένδρα σχημάτιζαν ένα είδος στοάς, ούτε το φως του φεγγαριού δεν άφηναν να περάσει.
Χώρια που εκεί λέγαν ότι έβγαινε το φάντασμα του "γάτου του Κόκκια" που νιαούριζε όλο το βράδυ.
Ο Ηλίας πήρε από νωρίς ένα άσπρο σεντόνι από το σπίτι, πήρε και την αλυσίδα που έδεναν τον σκύλο και τα έκρυψε πίσω από την γυφτόβρυση.
Ήλθε στο καφενείο του Παναγιώτη μας είπε το σχέδιο και περιμέναμε το βράδυ την διακοπή ρεύματος.
Στίς 11 ακριβώς κόπηκε το ρεύμα, ο Ηλίας έφυγε τρέχοντας για την γυφτόβρυση.
Κάποιος δήθεν τυχαία πρότεινε να πάμε στο μαγαζί του Γιαγκούλα.
Αρχίσαμε να προχωράμε όλοι μαζί προς τα κει, αφήνωντας τον Βαγγέλη να περάσει μπροστά. Λίγο πριν φτάσουμε στην γυφτόβρυση, κάνουμε μία και κρυβόμαστε όλοι πίσω από τα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα τότε εκεί.
Άκουσε θόρυβο ο Βαγγέλης γύρισε να δει τι γίνεται και φώναξε "που είσαστε βρε"?.
Μέχρι να το πεί πετάγετε από το σκοτάδι ο Ηλίας φορώντας στο κεφάλι του το άσπρο σεντόνι, στα χέρια του κρατούσε την αλυσίδα του σκύλου κουνώντας την για να κάνει θόρυβο και έκανε 'νιάου", "νιάου".
Έμεινε ο Βαγγέλης να κοιτάει για λίγο, τα έχασε, κάνει απότομη στροφή και άρχισε να τρέχει προς το δρομάκι δίπλα στην αποθήκη του "αλατά', φωνάζοντας "λε λε μάνα μου".
Τρέχει ο Βαγγέλης προς τα "κουναβάκια", το σπίτι του (που μόλις τότε το είχε φτιάξει), πίσω του έτρεχε ο Ηλίας φωνάζοντας "νιάου νιάου".
Εμείς χτυπιόμασταν από τα γέλια και ακολουθούσαμε.
Έξω από τα "κουναβάκια" είχαν κρεμάσει στα δένδρα, από νωρίτερα καρπούζια που είχαν καθαρίσει το εσωτερικό τους, έκαναν τρύπες να μοιάζουν με μάτια και στόμα και τοποθέτησαν μέσα κεριά.
Όταν φτάσαμε άναψαν τα κεριά μέσα στα καρπούζια.
Τα σήκωσαν με σχοινιά σιγά σιγά. Στο σκοτάδι φαίνονταν σαν φαντάσματα.
Ο Ηλίας έκανε "νιάου" τα καρπούζια ανεβοκατέβαιναν και ο Βαγγέλης φώναζα "λε λε μάνα μου" τρομερή κατάσταση, τρομερό γέλιο.
Αυτά θέλω να θυμάμαι από τον αγαπημένο μου φίλο Ηλία, τίποτα άλλο.
Γειά σου φίλε καλό ταξίδι
Δημήτρης Βαρελογιάννης.